Ηρωίνη. Κολοκυνθούς και Πειραιώς γωνία

image

Στο κέντρο της μεγάλης πόλης δεν ξεχωρίζεις χνώτα, διαφορετικές φυλές με κοινές συνήθειες γεμίζουν τα κενά των σπασμένων πεζοδρομίων.

Σώματα ταλαιπωρημένα μυρίζουν λίγο από όλα, ζέχνουν φόβο, ανέχεια, ιδρώτα.

Ανάκατα κι όλα τα χρώματα, άντρες, γυναίκες, παιδιά, πορεύονται δίχως λόγια, όλοι μαζί παλεύουν να ξεπαστρέψουν ακόμη μια μέρα.

Κολοκυνθούς, ο δρόμος απέναντι από την πλατεία Κουμουνδούρου, κάπου τριγύρω ανάμεσα στα κινέζικα μαγαζιά, τα γραφεία του ΣυΡιζΑ και τα τελευταία νόμιμα μπουρδέλα μιας ευρωπαικής χώρας.

Το βλέμμα διαλέγει, αυτόματα γατζώνεται πάνω σε ταλαιπωρημένα κτήρια, καλύτερα τα άψυχα ξεφτισμένα ντουβάρια, παρά άνθρωποι σκιές, φυλακισμένοι στη δυστυχία των ναρκωτικών, της άρνησης και της ανυπαρξίας.

Βαποράκια στέκουν πίσω από τις κολώνες, μισοκρύβουν τα μούτρα τους ενώ σφίγγουν από ένα κινητό μέσα στα χέρια τους, σα να κάνουν ακτινογραφία στους άγνωστους περαστικούς, περιμένουν το υποψήφιο θύμα κι εκείνο δεν αργεί να φανεί, να κάνει τα μικρά καθημερινά του “ψώνια”.– Μια στιγμή να τα μαζέψω, στα φέρνω ρε, μη φύγεις….(τα λεφτά για τη δόση).

Ο διάλογος, ανάμεσα στο χρήστη και το διακινητή, φτάνει στα αυτιά ακατάλυπτος, όχι ότι δεν καταλαβαίνεις, δεν μπορείς να πιστέψεις, λες δε γίνεται, δεν μπορεί να γίνεται έτσι κι όλοι εμείς να σηκώνουμε ανήμποροι τους ώμους.Κολοκυνθούς και Πειραιώς γωνία, όλα κυλούν κανονικά, όπως πρέπει ναναι, εδώ οι γιορτινές, οι χρονιάρες μέρες, πνίγονται μέσα στην ηρωίνη και τη ντροπή της αδιάφορης μισότυφλης κοινωνίας.

Ρε εμένα δε με νοιάζει, ας καεί όλος ο κόσμος δίπλα μου, αρκεί να κουλουριαστώ στη ραγισμέννη γυάλα μου, να χορτάσω λίγο μεγαλείο από ένα ξένο, ψεύτικο παρελθόν. Αν είναι ανάγκη θα κλάψω λίγο για πεθαμένους ήρωες, μα πόσο ήθελα ναναι συγγενείς μου!

Όλοι έχουμε τα ναρκωτικά μας, κάποιοι δύστυχοι τρυπούν τις φλέβες τους, άλλοι κάθε μέρα αδειάζουν το μυαλό τους.

back to top

MORE TO READ